Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

«Μαίρη Τζέην»

Το υποβρύχιό μας λεγόταν «Μαίρη Τζέην»
Πλέαμε κοντά στις κουβανικές ακτές
Αποστολή μας ήταν να μεταφέρουμε με ασφάλεια
Και απόλυτη εχεμύθεια
Μια σημαντική ποσότητα πούρων

Αυτά τα πούρα, όμως, δεν ήταν σαν τα συνηθισμένα
Αυτά τα πούρα τα κάπνιζαν μόνο φαντάσματα καπετάνιων
Εραστές του κύματος
Που βρέθηκαν κάποτε λαβωμένοι από τον ίδιο τους τον έρωτα:
Τη θάλασσα

Όταν φτάναμε στο... σημείο
Εκτόξευαμε τις αυτοσχέδιες τορπίλες
Κι εκείνες με τη σειρά τους
Μοίραζαν τα πούρα στους καπετάνιους

Κανείς από το πλήρωμα δεν επιτρεπόταν να κοιτάξει
Κατά τη διάρκεια της μοιρασιάς
Όσοι το τόλμησαν αυτό
Έχασαν τα μάτια τους για πάντα

Ο μύθος
Θέλει τα φαντάσματα των καπετάνιων
Να τρέχουν σαν το φως
Και να καίνε σαν την λάβα
Ήταν
...
Ένα ηφαίστειο στην καρδιά του βυθού

Κάπνιζαν πούρα μονάχα για να ξεθυμαίνουν
...
Για να κοιμούνται

Για να βγάζουν για λίγο το βαρύ τους καπέλο



Y.S.

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

Είμαστε οι μαύροι κλόουν

Είμαστε οι κούκλες στη σκονισμένη βιτρίνα της συνείδησής σου 
Είμαστε τα φαντάσματα που χορεύουν γυμνά στους βρώμικους δρόμους της πόλης
Είμαστε οι θεοί που ποτέ δεν πίστεψες αλλά πάντα φοβόσουν

Είμαστε
Ο πρωινός σου πονοκέφαλος
Οι αϋπνίες που σε βασανίζουν χρόνια

Ο κόμπος της γραβάτας σου μοιάζει με θηλιά
Το κράνος σου που μοιάζει με αστείο

Είμαστε πολλοί
Αμέτρητοι
Είμαστε τα παιδιά του Mίσους σου
Που διάλεξαν την Aγάπη

Στα χέρια μας κρατάμε το μέλλον σου
Κι ας απειλείς το παρόν μας

Είμαστε οι μαύροι κλόουν που στοιχειώνουν τους εφιάλτες σου
Τα κόκκινα δάκρυα που καταλήγουν στα σφιγμένα σου χείλη και τα κάνουν να μοιάζουν με υπόσχεση

Τι ξέρεις όμως εσύ από υποσχέσεις

Ποτέ σου δεν κράτησες καμιά



Y.S.

Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2014

Μπλε, πράσινοι και μωβ...

Οι ζωντανοί νεκροί
Οι άνθρωποι που εύχονται
Να μπορούσαν να αλλάξουν δέρμα
Οι μπλε, πράσινοι, μωβ άνθρωποι
Που προσπερνάς στον δρόμο
Που σκοντάφτεις πάνω τους
Καθώς περνάς απέναντι τη λεωφόρο

Οι μπλε, πράσινοι, μωβ άνθρωποι
Με τον σταθερό παλμό
Και το ακόμα πιο σταθερό βήμα
Με τα μάτια που κρέμονται
Και τα χείλη που λιώνουν

Οι ζωντανοί νεκροί
Οι τιμωροί της φαντασίας
Οι εχθροί της ουσίας
Οι άνθρωποι που απλώνουν τα χέρια τους
Απλώς και μόνο για να μπορέσουν να ισορροπήσουν
Και όχι ν' αγγίξουν

Το δέρμα τους καίγεται αργά κάτω απ' τον ήλιο
Οι σάρκες τους γλιστρούν στο πεζοδρόμιο
Ο χρόνος το ίδιο
Όμως δεν μπορούν να το(ν) δουν
Κι έτσι, κάθε φορά, σκοντάφτουν πάνω του
Σαν σε αδέσποτο σκυλί
Κι έτσι κάθε φορά, κάθε φορά
Του ορμάνε να το(ν) κατασπαράξουν
Χωρίς να νιώθουν τα -ήδη- μπηγμένα δόντια του στο σβέρκο τους

Μπλε, πράσινοι και μωβ
...
Περαστικοί και λίγο αστείοι



Y.S.

.

Σήμερα είσαι
...
Αύριο δεν είσαι
...
Γι' αυτό να είσαι
Εκεί που θες να είσαι


Y.S.

Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

Ρωσικό βαλς

Ο Ιβάν Ντιμιτρίεφ ήταν βιρτουόζος του βιολιού
Ήταν, επίσης, πολύ όμορφος
Βέβαια, ο ίδιος δεν το ήξερε
Κάτι που τον έκανε ακόμη πιο ελκυστικό

Τα βράδια
Όταν επέστρεφε κουρασμένος
Από την πρόβα με την ορχήστρα
Έπινε δώδεκα γουλιές από την αγαπημένη του βότκα
Κι ύστερα
Ξάπλωνε στο μπορντό -με χρυσές λεπτομέρειες- χαλί του
Και γίνονταν ένα

Ακριβώς απέναντί του
Έμενε η Όλγα
Μπαλαρίνα των Μπολσόι
Και νεράιδα της φαντασίας του

Ο Ιβάν
Ήταν ερωτευμένος με την Όλγα
Και η Όλγα, όμως, ήταν ερωτευμένη με τον Ιβάν

Και ήταν κρίμα
Ήταν πολύ κρίμα
Που εκείνος δεν είχε χέρια
Και εκείνη δεν είχε πόδια
Που δεν κατάφεραν ποτέ
Να αγκαλιαστούν
Ή να κάνουν έναν περίπατο
Ενώ έδυε ο ήλιος

Που δεν κατάφεραν ποτέ
Να χορέψουν το αγαπημένο τους βαλς



Y.S.

Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2014

Τα γυαλιά του πατέρα

Κοιτούσε τον πατέρα του στα μάτια
Περιμένοντας να θυμηθεί το όνομά του
Ανάμεσα στις βαθιές του, πια, ρυτίδες
Γλιστρούσαν διάφανα δάκρυα
Κι εκείνος παρατηρούσε τη διαδρομή τους
Μήπως
Μήπως και θυμηθεί που καταλήγουν

Καταλήγουν σε μικρές διάφανες λίμνες;
Καταλήγουν στον ουρανό;
Μήπως καταλήγουν στο διάστημα;
Κι αν καταλήγουν στο διάστημα, σε ποιο διάστημα ακριβώς καταλήγουν;
Γιατί έλειπαν και οι δύο καιρό
Πολύ καιρό

Ο πατέρας άρχισε να ψάχνει τα γυαλιά του

Και τότε εκείνος
Άνοιξε τις παλάμες του
Και μέσα από τις διάσπαρτες μικρές πληγές που είχε σ' αυτές
Άρχισε να βγάζει
Μικρά κομμάτια γυαλιών
Που εξείχαν
Δεκάδες μικρά κομμάτια γυαλιών
Το ένα μετά το άλλο

Τα τοποθέτησε προσεκτικά πάνω στο μεταλλικό τραπέζι που τους χώριζε, σχηματίζοντας έναν κύκλο
Και μετά από ακριβώς τρία δευτερόλεπτα
Φόρεσε το καπέλο του
Και έφυγε

Δεν θυμήθηκε ποτέ το όνομά του



Y.S.

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2014

Σάββατο, 21 Ιουνίου 2014

.

Κανείς δεν ξέρει αν υπάρχει στ' αλήθεια Θεός
Στην περίπτωση όμως που υπάρχει
Κι αν όντως είμαστε δημιουργήματά του
Οφείλουμε να του αναγνωρισούμε το γεγονός
Ότι έχει χιούμορ


Y.S.

Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

Η Καπετάνισσα

Δάγκωσε τα χείλη της
Τόσο δυνατά
Που άρχισαν να στάζουν αίμα

Τόσο αίμα
-που ξάφνικα-
Βρέθηκε περικυκλωμένη
Από έναν κόκκινο ωκεανό

Μέσα του έπλεαν
Καραβοτσακισμένοι μάγκες
Ναυαγισμένα "Ωχ αμάν"
Και μαύροι σεβντάδες

Όλοι τους σύντροφοί της στο ταξίδι

Έβγαλε το καπέλο της
Χάιδεψε λίγο
Το φανταστικό της μούσι
Κι ωσάν άλλος θαλασσόλυκος
Που πια ξέρει
Και γνωρίζει
Άρχισε ν' αγναντεύει
Την απεραντοσύνη
Με βλέμμα σίγουρο

Η αρμύρα
Δεν θα 'φευγε ποτέ απ' τα χείλη της
Αίμα και θάλασσα θαρρείς πια ήταν ένα
Κι ήθελε κι άλλη
Κ ήθελε κιάλι
Η Καπετάνισσα

Για τη Σ.


Y.S.